ΜΑΚΗΣ ΚΩΣΤΙΝΗΣ - ''ΟΤΑΝ ΦΕΥΓΕΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΖΩΗ ΕΝΑΣ ΕΠΩΝΥΜΟΣ ΣΕ ΠΕΝΤΕ ΜΕΡΕΣ ΤΟΝ ΕΧΟΥΝ ΞΕΧΑΣΕΙ''...Ηθοποιός, κωμικός μίμος και φωτογράφος. Όταν ήρθε στην Αθήνα από την πατρίδα του το Αιτωλικό τα μόνα εφόδια του ήταν το μεγάλο ταλέντο του, η πίστη στον εαυτό του και η εργατικότητά του. Συνεργάστηκε με τους μεγαλύτερους πρωταγωνιστές της δεκαετίας του ’80... Συμμετείχε σε 41 κινηματογραφικές ταινίες και έζησε την εποχή της βιντεοκασέτας. Γνωρίστηκε τυχαία με τον ηθοποιό Τάκη Μηλιάδη, που ήταν και ο άνθρωπος που τον ώθησε να ασχοληθεί με την υποκριτική...«Δεν τελείωσα σχολή θεάτρου, έδωσα στα εξαιρετικά ταλέντα με την παρότρυνση του Τάκη Μηλιάδη, που μου έδωσε τα κείμενα που έπαιξα και πέρασα…» αναφέρει ο Μάκης Κωστίνης και προσθέτει πως στη συνέχεια έμαθε πολλά για το ελληνικό θέατρο από έναν άλλον σημαντικό άνθρωπό του θεάτρου, τον Αρτέμη Μάτσα.
«Οι δεύτεροι που έπαιζα εγώ είναι οι πρώτοι σήμερα. Για μένα οι σταρ είναι αυτοί που δεν ξεχνάνε. Αυτοί είναι τα γαλόνια μου όταν σε θυμούνται»...«Πριν φύγω από την πατρίδα μου, είχα το ταλέντο αυτό, έπαιρνα τις αφίσες των πολιτικών και έβγαινα στο μπαλκόνι επάνω και καθόμουν και έκανα τον Καραμανλή, τον Μαύρο, τον Κύρκο. Μου άρεσε από τότε»...«Και πήγαινα στο νυχτερινό Γυμνάσιο. Κάνανε εκδρομές. Εάν δεν πήγαινα εγώ, δεν πήγαινε κανένας. Γιατί καθόμουν μέσα στο πούλμαν, πρώτη σειρά και διασκέδαζα. Έκανα πάρα πολλές φωνές, τη Σαπφώ Νοταρά, τον Γιάννη Πετρόπουλο, τον Βέγγο, τον Μουστάκα, τον Χατζηχρήστο, τον Βασίλη Αυλωνίτη. Τι να θυμηθώ τώρα και από τραγουδιστές, τον Πανταζή, τον Βοσκόπουλο, τη Μαρινέλλα, την Ελπίδα, τον Τζον Τίκη τον Ζαγοραίο, τον Αλμπάνο;».
«Ήρθα το 1966 στην Αθήνα. Μου έδωσε ο Θεός αυτή την ευλογία, γιατί δεν διδάσκεται η μίμηση, να κάνω πάρα πολλές φωνές. Είμαι ο μοναδικός που κάνει πάρα πολλές φωνές από κάθε άλλον. Και γυναικείες φωνές…Όταν ήρθε στην Αθήνα στο θέατρο Σταθμός η Νάνα Μούσχουρη να δει την παράσταση του Μάνου Καρατζογιάννη, του πατριώτη μου, που είναι από το Νεοχώρι, βγαίνει από το βαν και της φιλάω το χέρι. Λέει, γιατί μου φιλήσατε το χέρι; Γιατί είναι τιμή μου μια διεθνής Ελληνίδα, με καριέρα μεγάλη να τη συναντάω πρώτη φορά. Διότι όταν ξεκίναγα και εγώ κάποια στιγμή έκανα πολλές μιμήσεις. Από τις πρώτες μιμήσεις που έκανα ήταν, της λέω, η Νάνα Μούσχουρη, η Βίκυ Λέανδρος, η Ελπίδα και η Μαρινέλλα».
«Κάποια στιγμή γνωρίστηκα τυχαία με τον ηθοποιό Τάκη Μηλιάδη, τον οποίο έπειτα από ένα ατύχημα τον φιλοξένησα στο σπίτι μου στο Αιτωλικό. Όταν έρθεις Αθήνα θα έρθεις να με βρεις, μου είπε, και πήγα και τον βρήκα εδώ στο ‘Θέατρο Βέμπο’ με έναν μεγάλο θίασο, με μπαλέτα. Καθόμουνα και τους χάζευα… Εγώ τότε σπούδαζα στη σχολή ψυκτικών μηχανημάτων. Δεν καταλάβαινα όμως τα μαθηματικά αλλά ήμουν πολύ καλός στο σχέδιο, τα παρατάω λοιπόν και δίνω ως εξαιρετικό ταλέντο, μου γράφει ένα κείμενο ωραίο ο Μηλιάδης, το έχω ακόμα από τότε, κι ήταν στην επιτροπή και ο Γιάννης Γκιωνάκης, ο αείμνηστος και με ρωτάει λέει γιατί θες να γίνεις ηθοποιός;’ του λέω ‘ εσείς γιατί γίνατε;’ και μένει κόκκαλο. Και με φωνάξανε, πέρασα σαν εξαιρετικό ταλέντο και έπαιξα το 1980 στο θέατρο ‘Άννα Μαρία Καλουτά. Δεν πήγαινε καλά το έργο το προηγούμενο και ανέβασαν επιθεώρηση, του Γιώργου Λαζαρίδη, με τον Αρτέμη Μάτσα και τον Μπάμπη Ανθόπουλο. Την επιχείρηση την είχε και έπαιζε ο Κάρολος ο Παυλάκης, ο πνευματικός μου πατέρας, όπως τον λέω συνέχεια, που έχει το ‘Μεγάλη Βρετάνια’ , το ‘Αθηνών’ και το ‘Μουσούρη’ ένας εξαίρετος κύριος. Περάσαμε πάρα πολύ ωραία, ήταν και ο Βασίλης Μαλούχος, η Λιάνα Ορφανού, παίζαμε στο καλοκαιρινό και πήρα καλές κριτικές, από τα ‘Νέα’ από έναν πολύ καλό κριτικό.
«Όλοι τον παίρνουν σοβαρά» του Γιώργου Λαζαρίδη. «Άνοιξε ο δρόμος, με είχε καλέσει ένας φίλος μου, Γιώργο τον λένε, με αυτόν ήμασταν τότε μαζί στη σχολή ψυκτικών μηχανήματων. «Έλα να με δεις στο θέατρο Αλάμπρα, όπου έκαναν εκείνη την εποχή διαγωνισμούς ταλέντων. Πηγαίνω και ξαφνικά έτυχε την ίδια μέρα να μην πάει ο Χάρρυ Κλυνν που ήταν προσκεκλημένος στην παράσταση. Ο φίλος μιλάει στον θεατρώνη για μένα ότι είμαι καλός μίμος, ανεβαίνω στη σκηνή και γίνεται πάταγος. Ανάμεσα στους θεατές είναι και ένας δημοσιογράφος από τη «Βραδινή», ο οποίος με καλεί σε μια δεξίωση. Ο ένας με τον άλλον μίλησαν για το ταλέντο μου και άρχισα να πηγαίνω από θέατρο σε θέατρο κάνοντας μιμήσεις, με τον κόσμο να με αποθεώνει.
«Με τον Ψάλτη ήμασταν φίλοι και η πρώτη ταινία που κάναμε ήταν «Μάντεψε τι κάνω τα βράδια» το 1983, και έτσι κάναμε συνέχεια παρέα 35 χρόνια μαζί. Έδωσε στην πατρίδα μου 150.000 δρχ το 1986 για φτωχούς ανθρώπους και πήρε ένα υπόγειο διαμέρισμα σε μια φτωχή οικογένεια.
«Το πρώτο που είμαι είναι ηθοποιός-κωμικός μίμος. Πρέπει να βάζεις σάτιρα μέσα. Άμα δεν βάζεις σάτιρα, δεν γίνεται τίποτα. Δεν έχει ενδιαφέρον. Ο Ψάλτης μου έλεγε “ήθελα πολύ να ήμουν μίμος γιατί οι μιμήσεις δεν διδάσκονται”».
«Εγώ είμαι ένας απλός άνθρωπος, δεν τελείωσα πανεπιστήμια, αλλά αυτά που έχω πει, κατόπιν εορτής, τα έχω προβλέψει όλα. Έχω ένα ένστικτο. Εδώ βλέπουμε ποδόσφαιρο ελληνικό ή ξένο και λέω τώρα θα το πιάσει το πέναλτι τώρα θα το χάσει… Σεισμούς έχω προβλέψει.
Τις ομορφιές που έζησα. Αυτοί οι ηθοποιοί δεν ξαναβγαίνουν. Δηλαδή, τώρα σου μιλάω για Χατζηχρήστο, Ηλιόπουλο, Ξανθόπουλο. Με τον Σταυρίδη κάναμε πλάκες. Άρρωστος Ολυμπιακός. Οι δεύτεροι που έπαιζα εγώ είναι οι πρώτοι σήμερα. Για μένα οι σταρ είναι αυτοί που δεν ξεχνάνε. Αυτοί είναι τα γαλόνια μου όταν σε θυμούνται».
«Είχα την τύχη τη μεγάλη γιατί δούλευα και στο κέντρο τα Σόδομα τα θρυλικά Σόδομα, 7 ημέρες την εβδομάδα ξέρεις τι θα πει 7 ημέρες την εβδομάδα 1500 άτομα, να έρχεται ο Κόκκαλης, η Λάσκαρη και να μην έχουμε που να τους βάλουμε, όλους αυτούς, ε δούλευα και στο θέατρο και με παίρνει ο Χατζηχρήστος μου λέει θα ξαναμπώ στο θέατρο, Μάκη δεν είναι πολλά τα λεφτά μου λέει – είσαι καλά του λέω μόνο που θα παίξω μαζί σου και θα λέω στα ανίψια μου ότι έπαιξα με τον Χατζηχρήστο, μοιραζόμασταν το ίδιο καμαρίνι.
Στην επιθεώρηση που έκανα στο ‘Δελφινάριο’, έκανα τον Βοσκόπουλο και την Άντζελα Γκερέκου την έκανε ο Γεωργίου, και γινότανε ο χαμός. Ευτύχησα ακόμη να παίξω στο θέατρο ‘Σουπερστάρ’ -το σημερινό ‘Κάτια Δανδουλάκη’- στον τρίτο όροφο θίασος Ηλιόπουλος, Ρίζος, Τσούκας, Αθανασίου Κάτια του Ζακ Ιακωβίδη η γυναίκα-, ο Βαγγέλης Πλοιός -κολλητός με τον Ηλιόπουλο, η Σαπουντζάκη, η Λουίζα Μελίντα, ο Σαγιώρ χορογραφίες και η Πέγκυ Ζήνα πρώτη και τελευταία φορά, μετά βγήκε στο τραγούδι ‘. Με αυτά τα ιερά τέρατα έχω παίξει.
«Στον Βέγγο καταρχάς είχα αδυναμία διότι ήμασταν πιο κοντά γιατί είχε τον γαμπρό μου γιατρό. Με πήρε και στα ‘Βεγγαλικά’, παίξαμε και στο ‘Δελφινάριο’ πέντε μήνες και μετά πήγαμε περιοδεία έναν χειμώνα.
Μοιραζόμασταν το ίδιο καμαρίνι στο Δελφινάριο. Λάτρευε την καθαριότητα, όπως κι εγώ. Ήταν παθιασμένος με αυτό.
Πάμε να παίξουμε στην Αμαλιάδα και μέναμε στην Κουρούτα. Κράταγε τη βαλίτσα ο Βέγγος. Είχε πάρει το δωμάτιο έξι. Κατά λάθος, το εννιά αναποδογύρισε και ανοίγει την πόρτα και βλέπει ένα ζευγάρι που έκανε έρωτα. «Καλοί μου άνθρωποι. Καλά Χριστούγεννα. Μίνααα μη βλέπεις».
Παίζαμε στη Βέροια, είχαμε πάει για φαγητό και πήγε να κεράσει αλλά πρόλαβε και πλήρωσε η Δέσποινα Στυλιανοπούλου. ‘Δέσποινα ποιος είπε να κάνεις τέτοια κίνηση;’ ήταν τόσο τζέντλεμαν όταν που τελειώναμε τα ‘Βεγγαλικά’, μας έφερνε τον φάκελο, ‘Κύριε Κωστίνη σας ευχαριστώ για τη συνεργασία μας.’
Πάμε στην Ερυθραία να κάνουμε τα ‘Βεγγαλικά’, έψαχνε να βρει που είναι το εκκλησάκι ‘αποκλείεται αφού ξανά ήρθα’, το βρήκα κανονικός τάφος με φέρετρο εκεί, βλέπω έναν κύριο να έρχεται λέω ‘ παρακαλώ τι θέλετε;’ λέει ‘ τον κύριο Βέγγο’ ‘ποιος είστε’ λέω, ‘είμαι ο πρόεδρος της κοινότητας , απλά επειδή έχουμε μία κηδεία εκεί σε λίγο αν σας είναι εύκολο λίγο ησυχία’, λέω κύριε Βέγγο ο πρόεδρος της κοινότητας, ‘Καλέ μου άνθρωπε τι κάνετε;’ ‘Κύριε Βέγγο, λέει, αν σας είναι εύκολο επειδή έχουμε μία κηδεία σε ένα τέταρτο λίγο ησυχία’ ‘Τι σύμπτωση και εμείς κηδεία έχουμε τώρα!’ , χαχαχα, δηλαδή ατάκες που μένουν.
Όταν δούλευε στην Ερμού σε ένα τσαντάδικο και έκαναν μία ταινία οι Ιταλοί εκεί γύρω και καθόταν και έβλεπε ο Βέγγος και πηγαίναν τα πλάνα και φωνάζει ο Ιταλός σκηνοθέτης ‘Vengo (έρχομαι) και πετάγεται ο Βέγγος ‘Εδώ είμαι!’. Πήγαινε στα θέατρα που έπαιζε και σκούπιζε το σκηνικό πάνω στην σκηνή, τα πάντα.
Ήταν πολύ έντιμος, και για αυτό και καταστράφηκε γιατί έπαιρνε ηθοποιούς, τους οποίους δεν χρειαζόταν, για να πάρουν λεφτά.
Στον ‘Τρελλό του Λουνα Παρκ’ σκηνοθετούσε ο Κωστής Μιχαηλίδης, σε μια δραματική σκηνή στο τέλος λέει ‘Θανάση, θα κάθεσαι σε αυτό το σκαμνάκι στο τέλος και θα κάνεις ότι κλαις’, ‘δεν μπορώ, να λέει, Μιχαηλίδη να κλαίω εγώ, έχει μάθει ο κόσμος να με ξέρει αλλιώς’. Μία δύο τρεις, γίνεται το φινάλε και κάθεται ο Βέγγος εκεί στο σκαμνάκι και κλαίει, τελειώνει η παράσταση. ‘Μπράβο Θανάση μου, δεν σου είπα ότι θα τα καταφέρεις’, ‘δεν κλαίω για αυτό Μιχαηλίδη, περιμένω να μου πάρουνε αύριο το σπίτι’ οι κλητήρες και δεν ξέρω πού να βολέψω τη Μίνα και τα παιδιά…».
Τον φώναξε ο γαμπρός μου γιατί είχε τη γυναίκα του…την κουράριζε…ήτανε γυναικολόγος. και φέρνει ένα δέντρο ολόκληρο ανθοδέσμη δεν φαινότανε και πάει στο νοσοκομείο κάτω και του λέει- Θανάσης ο ένας Θανάσης ο άλλος- ‘Γιατρέ τι ώρα να φέρω τη Μίνα να την εξετάσεις;’ ‘Ό,τι ώρα θες Θανάση μου’, ‘ Να την φέρω κατά τις 7 για να πάω μετά στο ‘Δελφινάριο;’ ‘Ναι, Θανάση μου’, εντωμεταξύ δεν ήρθε η γραμματέας εκείνη την μέρα και του λέει ‘Θανάση κάτσε εδώ μπροστά γιατί θα πάω τη Μίνα μέσα για εξέταση και δεν θα ακούω, περιμένω μια πελάτισσα’. Χτυπάει το κουδούνι το σηκώνει ‘Συγγνώμη λάθος’, ‘Όχι, λέει, εσείς καλά είστε εδώ εγώ είμαι εδώ πέρα λάθος’. Δηλαδή είχε τόσο χιούμορ, δεν υπάρχει δεύτερος αν ήτανε στο εξωτερικό θα είχε κάνει μεγάλη καριέρα.
Εγώ πέρασα μεγάλη φτώχεια, γι αυτό κάνω αυτό το κοινωνικό έργο… το παιδί με τα μπαλώματα που ήρθε από το Αιτωλικό και έμαθε τα μυστικά της showbiz.
Είμαστε 5 αδέλφια. Πηγαίναμε στην εκκλησία. Φέρνανε οι Αμερικανoί ρούχα τότε. Και πηγαίναμε αυτοί που ήταν όλοι πολύτεκνοι. Και μας δίνανε ρούχα. Θυμάμαι από τότε, το 1963 πήρα ένα μπουφάν με κρόσια. Αυτά φοράνε οι Αμερικανοί στα καουμπόικα. Και καμάρωνα.
12, 11χρόνων. Εγώ ήμουν διάολος από τότε…Είχα βάλει στο συρτάρι της δασκάλας χέλια την ώρα που το άνοιξε, νόμιζε ότι ήταν φίδια. Έκανα διαολοδουλειές από μικρός.
Τα Χριστούγεννα δεν είχαμε χριστουγεννιάτικο δέντρο. Ο πατέρας μας είχε αγοράσει ένα, το οποίο, επειδή δεν είχε να το πληρώσει, ήρθε ο έμπορος στο σπίτι και μας το πήρε πίσω. Είναι κάποιες εικόνες που δεν μου φεύγουν από τον νου…Περίμενα να τελειώσει το σάμαλι που έπαιρναν τα άλλα παιδιά και πήγαινα κι έπαιρνα τα τρίμματα για να το γευτώ.
Επειδή πέρασα πολύ μεγάλες φτώχειες ως νέος, τώρα προσπαθώ να βοηθάω όσο μπορώ φτωχούς ανθρώπους. Το θεωρώ χρέος μου, για να μη ζήσει άλλος άνθρωπος ό,τι ζήσαμε εμείς εκείνες τις εποχές.
Δεν ήθελαν οι δικοί μου αυτό το επάγγελμα, γιατί έλεγαν ότι δεν είναι σίγουρο. Εμένα, πιάνει το χέρι μου εύκολα. Πρώτη μου δουλειά ήταν στου Σούλη, στους θερμοσίφωνες. Δεκαέξι χρόνων ήμουν τεχνίτης.
Και εκεί που ήμουν στις λαμαρίνες, έφτιαχνα σπαθιά, έφτιαχνα σκαμνάκια, τα πήγαινα στο χωριό. Έχω δουλέψει και κομπρεσέρ και στη νομαρχία, δούλευα και σε χρωματοπωλείο σε φίλο μου, δεν ήταν ντροπή για μένα η δουλειά.
«Δε μελαγχολώ, όπως όταν πέθανε ο πατέρας μου τα βλέπω στο βίντεο και είναι σαν να τους έχω γύρω μου όλους. Και το λέω σε πολύ κόσμο. Λέω παιδιά, βλέπω τις φωτογραφίες και όλοι αυτοί που ήταν δίπλα μου έχουν πεθάνει. Ο μοναδικός επιζών είμαι εγώ. Εμένα μου άρεσε από μικρός και τώρα ακόμα το κάνω. Να είχα ένα φορτηγό και ένα υπόστεγο το τι μαζεύω από τον δρόμο, έπιπλα πράγματα. Τα φτιάχνω και τα δωρίζω σε όλους. Αυτό είναι και το αρχείο που έχω εγώ.
Όταν φεύγει ένας επώνυμος σε πέντε μέρες τον ξεχάσανε. Και ανεβάζω αυτόγραφα φωτογραφίες αποκόμματα από εφημερίδες.
Έλεγε ένα πατριωτάκι μου, ρε μην τα βάζεις όλα μαζί. Στο τέλος δεν θα έχεις να δείξεις τίποτα. Λέω, θα πεθάνετε, θα πεθάνεις και εγώ θα δίνω. Δεν τελειώνει το αρχείο μου. Γι’ αυτό εγώ τώρα βαριέμαι, έχω κάνει τρεις ζωές. Έχω πάει τρεις φορές στη Γερμανία, Γαλλία, Αυστρία, Ελβετία, Βρυξέλλες, Ιταλία. Έχω κάνει επίδειξη μόδας με Στάρ Ελλάς, Μις Ελλάς, Μις Γιάνκ.
Θέλω να κάνω τρία βιβλία. Το ένα θα είναι η βιογραφία μου, το άλλο παρασκήνια ωραία, φωτογραφίες και το τρίτο θα είναι η εποχή της βιντεοκασέτας. Να περάσουνε όλα τα παιδιά που παίξανε.
Οποιος πει ότι δεν έκλαψε για γυναίκα, είναι ηλίθιος. Και εγώ έχω κλάψει για γυναίκα και για μένα έχουνε κλάψει πολλές γυναίκες.
Δεν έκατσε ο γάμος, δεν είχα τη σίγουρη δουλειά και βλέπω πολλούς φίλους μου και φιλενάδες μου που είναι όλοι χωρισμένοι.
Εγώ να τρώω ψωμί με ζάχαρη, να τρώω το τρίμμα, να έρχεται έξω από το σχολείο να πουλάει το σάμαλι και εγώ να μην έχω να πάρω; Αυτά είναι όλα εμπειρίες. Και βλέπω τους χωρισμένους γονείς. Aγαπούσα τις γυναίκες, ήθελα οικογένεια… έχω εννέα ανίψια και εννέα εγγόνια με λατρεύουν όλα τα ανίψια μου, όλα.
Εγώ κοιμάμαι κατά τις 2 η ώρα, είμαι στο σπίτι, βλέπω τηλεόραση, αύριο έχω να πάω εκεί μεθαύριο εκεί με καλούνε στα θέατρα να πάω να δω παραστάσεις. Είμαι γεμάτος.
Έχω παίξει, στο Θέατρο Χαζηχρήστος, στο Ακροπόλ, στο Διάννα, στο Δελφινάριο…
Ο Ηλίας ο Λογοθέτης ρε Μάκη μου λέει όλους μας έχεις βοηθήσει, όλους. Δηλαδή αυτό είναι η αγάπη. Ο Ηλιόπουλος με λάτρευε. Ο Χατζηχρήστος με λάτρευε. Είναι τα γαλόνια μου αυτά. Περπατάω στον δρόμο. Κύριε Κωστίνη, πάω στα θέατρα και μιλάνε μαζί μου.
Έχω και από δημοσιογράφους που τους έχω βοηθήσει πάρα πολλούς που είναι εν ζωή είναι στα κανάλια και δεν σηκώνουν το τηλέφωνο. Όταν με είχανε ανάγκη «Μάκη έχεις θέμα»; Είναι το πιο αρνητικό πράγμα που υπάρχει. Κατάχρηση εξουσίας. Αυτοί θα πάνε 60 χρόνων και θα έχουν φύγει από τη δουλειά θα παίρνουν πιο νέους ενώ οι δικές μας οι ταινίες παίζονται, ξαναπαίζονται…Με παίρνουν. Μου λένε. Χθες είχε ταινία. Με παίρνουν απ’ την Πάτρα. Απ’ τον Καναδά. Μου λένε σε βλέπουμε εκεί. Αυτά είναι γαλόνια. Αυτοί τι θα δείξουνε;
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.