«ΠΕΡΙΜΕΝΟΝΤΑΣ ΤΟΥΣ ΒΑΡΒΑΡΟΥΣ», του Κ.Π. Καβάφη –
«ΠΕΡΙΜΕΝΟΝΤΑΣ ΤΟΥΣ ΒΑΡΒΑΡΟΥΣ», του Κ.Π. Καβάφη –
Στο πιο γνωστό, ωστόσο, ποίημα, το «Περιμένοντας τους βαρβάρους» (1904), οι βάρβαροι είναι εχθροί και απειλούν πράγματι την αυτοκρατορία....Τι περιμένουμε στην αγορά συναθροισμένοι;...Είναι οι βάρβαροι να φθάσουν σήμερα.
Γιατί μέσα στην Σύγκλητο μια τέτοια απραξία;
Τι κάθοντ’ οι Συγκλητικοί και δεν νομοθετούνε;
Τι νόμους πια θα κάμουν οι Συγκλητικοί;
Οι βάρβαροι σαν έλθουν θα νομοθετήσουν.
Γιατί ο αυτοκράτωρ μας τόσο πρωί σηκώθη,
και κάθεται στης πόλεως την πιο μεγάλη πύλη
στον θρόνο επάνω, επίσημος, φορώντας την κορώνα;
Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα.
Κι ο αυτοκράτωρ περιμένει να δεχθεί
τον αρχηγό τους. Μάλιστα ετοίμασε
για να τον δώσει μια περγαμηνή. Εκεί
τον έγραψε τίτλους πολλούς κι ονόματα.
Γιατί οι δυο μας ύπατοι κ’ οι πραίτορες εβγήκαν
σήμερα με τες κόκκινες, τες κεντημένες τόγες·
γιατί βραχιόλια φόρεσαν με τόσους αμεθύστους,
και δαχτυλίδια με λαμπρά, γυαλιστερά σμαράγδια·
γιατί να πιάσουν σήμερα πολύτιμα μπαστούνια
μ’ ασήμια και μαλάματα έκτακτα σκαλιγμένα;
Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα·
και τέτοια πράγματα θαμπώνουν τους βαρβάρους.
Γιατί κ’ οι άξιοι ρήτορες δεν έρχονται σαν πάντα
να βγάλουνε τους λόγους τους, να πούνε τα δικά τους;
Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα·
κι αυτοί βαρυούντ’ ευφράδειες και δημηγορίες.
Γιατί ν’ αρχίσει μονομιάς αυτή η ανησυχία
κ’ η σύγχυσις. (Τα πρόσωπα τι σοβαρά που εγίναν).
Γιατί αδειάζουν γρήγορα οι δρόμοι κ’ η πλατέες,
κι όλοι γυρνούν στα σπίτια τους πολύ συλλογισμένοι;
Γιατί ενύχτωσε κ’ οι βάρβαροι δεν ήλθαν.
Και μερικοί έφθασαν απ’ τα σύνορα,
και είπανε πως βάρβαροι πια δεν υπάρχουν.
Ο Κ. Καβάφης στο αφανές πλήθος των βαρβάρων ενσαρκώνει τη μοίρα, την οποία πολλοί θεωρούν ότι δεν μπορούν να αποφύγουν, και γι’ αυτό το καλύτερο είναι να την αποδεχτούν και να συμβιβαστούν μαζί της. Είναι η μόνη λύση και όλοι την υιοθετούν αυτοματοποιημένα, παρατώντας κάθε προσπάθεια και κάθε παλιό έθος. Η μοιρολατρία αυτή είναι ένας μηχανισμός άμυνας που νεκρώνει την προσπάθεια για δράση. Οδηγεί στον εφησυχασμό και στο βόλεμα, οδηγεί στη δουλοπρεπή αποδοχή ότι τίποτα δεν αλλάζει και το μόνο που μπορεί κανείς να κάνει είναι να προσαρμοστεί στα νέα δεδομένα χωρίς αντίδραση.
Γι’ αυτό όταν διαπιστώνεται ότι οι βάρβαροι δεν έρχονται και πλέον δεν υπάρχουν (αυτό το «πια» υποδεικνύει ότι οι βάρβαροι υπήρξαν, αλλά πλέον δεν αποτελούν απειλή για την αυτοκρατορία), προκαλείται ανησυχία. Γιατί; Επειδή «οι άνθρωποι αυτοί ήσαν μια κάποια λύσις». Το τέλος των καβαφικών ποιημάτων ορθώνει μια τελική απάντηση με ανατροπή ή κορύφωση, που φτάνει εκεί σταδιακά. Μετά την πολύστιχη δέση ακολουθεί η ακαριαία λύση που ανατρέπει όσα χτίστηκαν σωρευτικά: Ο άνθρωπος συμβιβάζεται εύκολα με τη μοίρα του, επαναπαύεται κι έτσι παθητικοποιείται. Αυτή η ανελευθερία βέβαια είναι βολική, αφού του αφαιρεί την ευθύνη για τις αποφάσεις του, τη μεταφέρει σε κάποιον άλλο (έξωθεν ή άνωθεν) κι ο ίδιος δεν αισθάνεται την ανάγκη να λειτουργήσει αυτεξούσια και να αξιοποιήσει δημιουργικά, αλλά με ρίσκο, την ελευθερία του. Αν όμως αντιληφθεί ότι κανείς άλλος δεν τον κατευθύνει κι ότι ο ίδιος είναι υπεύθυνος για τη ζωή του, νιώθει ότι πρέπει να δραστηριοποιηθεί, να αποφασίσει και να ενεργήσει· αυτό όμως τον κάνει να σαστίσει μπροστά στην ελευθερία και να φοβηθεί μπροστά στις ευθύνες του. Τώρα, συνειδητοποιεί, δεν υπάρχουν έτοιμες λύσεις.
Το «Και τώρα τι θα γένουμε χωρίς βαρβάρους» εκφράζει το μετέωρο βήμα που επέρχεται, όταν το άτομο συνειδητοποιήσει ότι δεν υπάρχει μοίρα, δεν υπάρχει επιβολή, δεν υπάρχει άνωθεν εξουσία που να ορίζει τη ζωή. Έτσι, μπροστά στον τρόμο της ελευθερίας και του αυτοκαθορισμού, ο άνθρωπος βλέπει ως «μια κάποια λύσιν» τον ετεροκαθορισμό, έστω κι αν αυτός ισοδυναμεί με δουλεία.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.